Η Κακιά Θάλασσα είναι παραθαλάσσιος οικισμός του Δήμου Κερατέας στην Ανατολική Αττική, ο οποίος επεκτάθηκε ως παραθεριστικός, και σήμερα η ομώνυμη παραλία αποτελεί μια από τις δημοφιλέστερες της Αττικής. Ο οικισμός βρίσκεται στην σκιά του Όρους Μαυρηνόρα ή Μαυρονέρι (405μ), το οποίο καταλήγει στο Ακρωτήριο Τσουργέλι (ή Ακρωτήριο Μαυρονέρι) ενώ στα νότια συνορεύει με το Δασκαλειό και το Ακρωτήριο Άσπρο (ή Άσπρη Πούντα). Η περιοχή δεν έχει αναπτυχθεί πέραν των παραθαλάσσιων δραστηριοτήτων, με διάσπαρτα μοναστήρια και πυκνή βλάστηση πεύκων να πλαισιώνουν την παραλία.
Η ονομασία Κακιά Θάλασσα προέρχεται από την μυθολογία, αφού λέγεται πως ο Ποσειδώνας και ο Άδης υπερασπίστηκαν τους Έλληνες έναντι βαρβάρων, στέλνοντας τους μεγάλα κύματα που βύθισαν τα πλοία τους στην περιοχή αυτή.
Το πεδίο της Κακιάς Θάλασσας είναι ιδανικό για αναρρίχηση όλο τον χρόνο, με εξαίρεση τις πιο καυτές καλοκαιρινές ημέρες, καθώς ο βορειοδυτικός προσανατολισμός παρέχει σκιά μέχρι το απόγευμα. Συνολικά υπάρχουν 30 διαδρομές, τέσσερεις (4) εκ των οποίων είναι παραδοσιακές, βαθμολογίας από 4c έως 8a+, αναπτύγματος 8μ έως 70μ και εξοπλισμένες με ρελέ κλειστού τύπου. Οι περισσότερες είναι μεταξύ 6a και 7b κάνοντας το πεδίο ελκυστικό σε έμπειρους αναρριχητές, ενώ η ποιότητα βράχου θεωρείται σχετικά καλή.
Πρόσβαση
Η προσέγγιση στην Κακιά Θάλασσα επιτυγχάνεται μέσω της ΕΟ89 Λεωφόρου Λαυρίου με έξοδο είτε πριν της ΒΙ.ΠΕ. Κερατέας ή στο ύψος της Κερατέας, και στην συνέχεια μέσω της επαρχιακής οδού Κερατέας - Κακιάς Θάλασσας. Φτάνοντας στον οικισμό υπάρχουν διάφορες επιλογές για στάθμευση, τόσο δωρεάν όσο και με χρέωση. Για πρόσβαση στο αναρριχητικό πεδίο διασχίζουμε την παραλία μέχρι το τέρμα της και κάνουμε δεξιά στο χαρακτηριστικό ρέμα. Ακολουθούμε το ρέμα και κινούμαστε σε μονοπάτι μετά το πέρας της τσιμεντένιας κοίτης, για 350μ συνολικά. Το πεδίο βρίσκεται στα αριστερά μας. Ο χρόνος πρόσβασης από την παραλία δεν ξεπερνάει τα 15λ.
Αναρριχητική δράση
Το πεδίο της Κακιάς Θάλασσας είναι ένα από τα παλαιότερα, με τις πρώτες έξι (6) διαδρομές να καταγράφονται στα τέλη του 1970, ενώ έλαβε τον χαρακτηρισμό «πεδίο» το 1978. Πρωτοποριακή θεωρείται η διαδρομή «Σχισμή» (VI+, 20μ) των Δ. Κορρέ - Θ. Αβραμόπουλου, ενώ την προσπάθεια διάνοιξης παραδοσιακών διαδρομών συνέχισαν οι Κ. Κλάδης, Ν. Ψάλτης, Π. Ιορδάνης, Η. Κίρκος, και Δ. Στραβογένης.
Το 1991 ήταν χρονιά σταθμός για το πεδίο, καθώς η επιτυχία των Λ. Γιαννακούλη - Χ. Μπελογιάννη στην «Στέγη» (VII, 15μ) αποτέλεσε μία από της πρώτες επιτυχίες στον 7ο βαθμό. Ταυτόχρονα επισκέψεις των Γ. Ποταμούση, Δ. Ξανθόπουλου και Ε. Καράμπελα οδήγησαν στην ολοκλήρωση δύσκολων αθλητικών διαδρομών στην «Σπηλιά». Μεταξύ του 1998 και 2001, ο Σ. Μουτζουβής και ο Δ. Στραβογένης αφοσιώθηκαν στην τεράστια προσπάθεια εκσυγχρονισμού του πεδίου, εξοπλίζοντας διαδρομές που παραμένουν έως σήμερα.
Το πεδίο ανανεώθηκε το 2012 στα πρότυπα της ΕΟΟΑ υπό την καθοδήγηση του Δ. Στραβογένη, και έγινε ανανέωση των ασφαλειών και των χημικών ρελέ, χωρίς να προστεθούν νέες ασφάλειες. Στην προσπάθεια συμμετείχαν οι Θ. Γράσος, Κ. Κιζιρίδης, Θ. Τσουμάνης, Γ. Καγιαυτάκης, Γ. Οικονόμου, Κ. Πολίτης και Γ. Καρνάκης, ενώ τον εξοπλισμό παρείχε η ΕΟΟΑ. Ο τομέας «Σπηλιά» δεν ανανεώθηκε.
Το 2024, το πεδίο μετονομάστηκε σε «Στέφανος Μουτζουβής» ως ένδειξη σεβασμού προς την συνεισφορά του στην ανάπτυξη του.
Λόγω της εγγύτητας του πεδίου με την θάλασσα και του εξοπλισμού του το 2012 με βύσματα SS304, καθώς και μετά το σχετικό πόρισμα θραύσης ασφαλειών σε κοντινό πεδίο (Δασκαλειό), συνιστάται η αποφυγή του πεδίου.
