Η «Κλασική κόψη» (IV, 1200μ) σκαρφαλώθηκε για πρώτη φορά το 1967 από τους Μ. Ιδοσίδη - Γ. Μαρτζούκο - Μ. Κότταρη.
Πρόκειται για μια από τις παλαιότερες διαδρομές της Βαράσοβας.
Ο ορεινός όγκος της Βαράσοβας πέφτοντας προς τη θάλασσα στα νότια, διαχωρίζεται σε δυο κόψεις, μια δυτική και μια ανατολική, δημιουργώντας ανάμεσά τους μια κατηφορική κοιλάδα. Η διαδρομή ακολουθεί ολόκληρο το ανάπτυγμα της δυτικής κόψης, αφού ξεκινάει από το επίπεδο της θάλασσας και ολοκληρώνεται στην κορυφή, καλύπτοντας σχεδόν 900μ υψομετρική διαφορά.
Πρόκειται για μια διαδρομή χαμηλής δυσκολίας και μεγάλου αναπτύγματος, που στο παρελθόν είχε θεωρηθεί ως κατάλληλη για προετοιμασία όσων ήθελαν να σκαρφαλώσουν αντίστοιχα μεγάλες διαδρομές στις Άλπεις.
Για την επανάληψη της διαδρομής απαραίτητα υλικά είναι μια σειρά καρύδια για ασφάλιση στα δυσκολότερα περάσματα, ενώ κατά μήκος της υπάρχουν μερικά παλιά καρφιά, αμφίβολης ποιότητας. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανάβασης, λόγω του εύκολου πεδίου, η σχοινοσυντροφιά μπορεί να κινείται παράλληλα.
Η προσπάθεια ανάβασης μιας τόσο μεγάλης διαδρομής, απαιτεί εμπειρία σε πολλές παραμέτρους του αθλήματος της παραδοσιακής αναρρίχησης, όπως είναι η καλή ανάγνωση του πεδίου, η αποφυγή επικίνδυνων (σαθρών) σημείων, η γρήγορη κίνηση όπου είναι αυτό δυνατό, το μειωμένο βάρος σακιδίου, η αποφυγή αφυδάτωσης ή τραυματισμού και η ικανότητα υποχώρησης σε περίπτωση προβλήματος.
Η πρόσβαση στην βάση της διαδρομής μπορεί να γίνει με βάρκα ή με περπάτημα ακολουθώντας το αναρριχητικό μονοπάτι, δεξιά από τα «σπασμένα». Ανεβαίνοντας το μονοπάτι, φτάνουμε στο ψηλότερο σημείο της ράχης, η οποία προς τα αριστερά (βόρεια) οδηγεί στο μεγάλο διάζωμα της ορθοπλαγιάς, ενώ ευθεία (ανατολικά) κατεβαίνει προς μια κατηφορική πλαγιά που σχηματίζει έναν ανοικτό όρμο. Στην ανατολική πλευρά του όρμου, βρίσκεται η κόψη, στην οποία ανεβαίνουμε ακολουθώντας τον ευκολότερο δυνατό δρόμο. Κάποιοι αναρριχητές, προτιμούν να μην κατέβουν στον όρμο και μετά να ανέβουν στην κόψη, αλλά από την ράχη συνεχίζουν με βορειοανατολική κατεύθυνση προς την κόψη, αφήνοντας έτσι εκτός περίπου το 1/3 του αναπτύγματος της διαδρομής, χωρίς όμως να μειωθεί και η υψομετρική διαφορά, αφού έτσι κι αλλιώς έχουν ξεκινήσει από το επίπεδο της θάλασσας. Η γραμμή όμως αυτής της παραλλαγής δεν είναι γνωστή με ακρίβεια, γι αυτό χρειάζεται ικανότητα εύρεσης δρομολογίου.
Για την επιστροφή μετά την ολοκλήρωση της, αφού περάσουμε από το πηγάδι που βρίσκεται λίγο πιο χαμηλά από την κορυφή σε ξέφωτο με δέντρα, ακολουθούμε το μονοπάτι που κατεβαίνει στο Κρυονέρι (2ω), στα δυτικά του βουνού. Εναλλακτικά, μπορούμε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι που κατεβαίνει στην Άνω Βασιλική (1ω), στα ανατολικά του βουνού.