Το Πάνω Ψηλό (2160μ) είναι μια εντυπωσιακή κορυφή των δυτικών Βαρδουσίων, μέρος του συγκροτήματος Πάνω-Κάτω Ψηλό, του οποίου περιέργως ψηλότερη κορυφή είναι το Κάτω Ψηλό (2220μ). Αν και απαρατήρητο από τα Σκόρδα Πιτιμάλικου, το Πάνω Ψηλό φιλοξενεί την μεγαλύτερη πέτρινη ορθοπλαγιά των Βαρδουσίων, η οποία δεσπόζει απέναντι από την Αρτοτίνα και λάμπει χαρακτηριστικά κατά την δύση του ηλίου.
Το Πάνω Ψηλό προσφέρει αποκλειστικά διαδρομές βράχου, παραδοσιακής ασφάλισης και αλπικού χαρακτήρα στην μεγάλη βορειοδυτική ορθοπλαγιά του, βαθμολογίας από IV έως VI και αναπτύγματος από 400μ έως 615μ. Λόγω του προσανατολισμού του ενδείκνυται κυρίως για αναρρίχηση κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες, ενώ ο βράχος θωρείται ιδιαίτερα συμπαγής για τα Βαρδούσια.
Ανάμεσα στο Πάνω και το Κάτω Ψηλό, στο λούκι που τα χωρίζει, ακόμα και το καλοκαίρι, ρέει ρυάκι με νερό, το οποίο όταν αυξάνεται σε όγκο την άνοιξη που λιώνουν τα χιόνια, δημιουργεί τον εντυπωσιακό καταρράκτη Ανεμιστό ύψους 100μ. Το νερό αυτό, μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο στους αναρριχητές που θέλουν να σκαρφαλώσουν εκεί.
Στα διαζώματα των δυτικών Βαρδουσίων ζει και ένας πληθυσμός αγριόγιδων (rupicapra rupicapra ή chamois) τα οποία είναι μεν πανέμορφα και αξιοθαύμαστα, μπορεί όμως να προκαλέσουν ατυχήματα καθώς τρέχουν στα βράχια και ρίχνουν μικρές ή μεγάλες πέτρες.
Πρόσβαση
Για σκαρφάλωμα στο Πάνω Ψηλό το καταλληλότερο σημείο πρόσβασης είναι το χωριό Αρτοτίνα στα δυτικά, με την προσέγγιση να είναι εφικτή μέσω του μονοπατιού Ε4 ή χωματόδρομου.
Από την Αρτοτίνα προσεγγίζουμε είτε μέσω πεζοπορίας, απόστασης 10Χμ και διάρκειας 3ω, είτε μέσω χωματόδρομου και σύντομης πεζοπορίας σε δασωμένη ράχη διάρκειας 30λ, ώστε να φτάσουμε τελικά στο μεγάλο ξέφωτο στη θέση Κουφόλακα, το οποίο είναι ιδανικό για κατασκήνωση καθώς υπάρχει πηγή σε απόσταση 400μ βορειοανατολικά.
Η πρόσβαση στη βάση των διαδρομών από την Κουφόλακα, γίνεται αρχικά με κατεύθυνση βορειοανατολικά και μετά με εύκολο σκαρφάλωμα ανεβαίνουμε σε επικλινές διάζωμα, στο οποίο τραβερσάρουμε προς τα δεξιά, αρχικά σε πολύ στενό μονοπάτι, με αυξημένο κίνδυνο πτώσης.
Η επιστροφή από την κορυφή γίνεται ακολουθώντας αρχικά τον αυχένα που οδηγεί προς την Πυραμίδα και στη συνέχεια κάνοντας καταρρίχηση μέχρι τη βάση της ορθοπλαγιάς με χρήση ραπέλ όπου χρειαστεί.
Γενικά, το Πάνω και το Κάτω Ψηλό συνδέονται με το συγκρότημα Πλάκα - Πυραμίδα με αυχένες και οι αυχένες αυτοί συνδέονται μεταξύ τους με μονοπάτι στα ριζά της δυτικής ορθοπλαγιάς της Πλάκας. Επομένως, για την επιστροφή από τις κορφές αυτές, σε περίπτωση ανάγκης, μπορούμε να τραβερσάρουμε στη βάση της Πλάκας με νότια κατεύθυνση, μέχρι το διάσελο Πλάκα - Αλογόραχη, από όπου εύκολα κατεβαίνουμε στα Μουσουνιτσιώτικα Λιβάδια και τη Σκασμένη Στρούγκα. Χρησιμοποιώντας το ίδιο μονοπάτι, μπορούμε να τραβερσάρουμε κάτω από την βόρεια πλευρά της κύριας κορφής του Κάτω Ψηλού (όπου και το λούκι ανάβασης στην κορφή) και μετά με κατεύθυνση νότια να κατέβουμε στο επίπεδο του μεγάλου δυτικού διαζώματος όπου, με κατεύθυνση βόρεια, θα περάσουμε κάτω από το Πάνω Ψηλό για να κατέβουμε τελικά στην Κουφόλακα. Γενικά, για λόγους ασφαλείας, καλό είναι πριν την αναρρίχηση στα δυτικά Βαρδούσια να έχουμε αποκτήσει καλή γνώση των πεζοπορικών διαδρομών που τα διασχίζουν ώστε να μην κάνουμε λάθη στις επιστροφές μας. Στο τοπίο των δυτικών Βαρδουσιών, κατά τους χειμερινούς μήνες που είναι καλυμμένο με χιόνι, όλες οι προσβάσεις και οι επιστροφές αλλάζουν, ενώ εμφανίζονται επιπλέον κίνδυνοι, όπως για παράδειγμα η μεγάλη κλίση της τραβέρσας στη βάση της Πλάκας, όπου μια πτώση μπορεί να είναι μοιραία.
Αναρριχητική δράση
Οι Γ. Μιχαηλίδης - Δ. Δεμέστιχας ήταν οι πρώτοι που σκαρφάλωσαν στο Πάνω Ψηλό, το καλοκαίρι του 1966. Η ολοκλήρωση της διαδρομής τους (V, 400μ) αποτέλεσε επανάσταση για τα Βαρδούσια, εκτοξεύοντας τόσο την δυσκολία αλλά και το ανάπτυγμα. Βέβαια, οι ίδιοι παράγοντες οδήγησαν στην έλλειψη επαναλήψεων, με αποτέλεσμα η ακριβής χάραξη της διαδρομής να έχει πλέον χαθεί στον χρόνο.
Στο Πάνω Ψηλό επέστρεψαν αναρριχητές ξανά τον Ιούλιο του 1992 στα πλαίσια συνάντησης του ΕΟΣ Ξυλοκάστρου, οπότε και διανοίχτηκαν τέσσερεις νέες διαδρομές με την συνδρομή των Α. Θεοδωρόπουλου, Γ. Σακκά, Κ. Τσιτογιάννη, Κ. Μπαλαμάτσα, Γ. Θεοχαρόπουλου και άλλων. Λίγες ημέρες νωρίτερα, οι Μπ. Τσουπράς - N. Volgening άνοιξαν και την δικιά τους χαρακτηριστική γραμμή (VI, 450μ).
Αποκορύφωμα των προσπαθειών στο Πάνω Ψηλό αποτέλεσε η ολοκλήρωση της «Αρπυΐα» (VI, 615μ) από τους Μπ. Τσουπρά - Γ. Τζαβέλα το 1997, χαράζοντας μια εμβληματική διαδρομή μεγάλου αναπτύγματος στην πολυπόθητη αυτή ορθοπλαγιά.



