Το Κάτω Ψηλό (2220μ) αποτελεί μια από τις υψηλότερες κορυφές των δυτικών Βαρδουσίων, η οποία βρίσκεται νοτιοανατολικά του συγκροτήματος Πλάκας - Πυραμίδας και διαχωρίζεται από το Πάνω Ψηλό (2160μ) μέσω του απότομου λουκιού της δυτικής όψης που καταλήγει στον καταρράκτη Ανεμιστό. Ενδείκνυται κυρίως για καλοκαιρινό σκαρφάλωμα με την ρομαντική ιστορία διάνοιξης διαδρομών να αναδεικνύει την ομορφιά που περιβάλει την κορυφή αυτή.
Το Κάτω Ψηλό αποτελείται από έναν μακρόστενο όγκο με κατεύθυνση από βορά προς νότο, στο βορειότερο άκρο του οποίου βρίσκεται και η κύρια κορυφή, αλλά και από έναν εντυπωσιακό πυλώνα στα δυτικά, που χαρακτηρίζεται από τις δυο παράλληλες σχισμές, με την βάση του να βρίσκεται στο μεγάλο διάζωμα πάνω από την Κουφόλακα και η κορυφή του να καταλήγει σε άλλο διάζωμα, κάτω από την κύρια κορυφή. Αναρριχητικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η βόρεια πλευρά της κύριας κορφής, όσο και τα λούκια της ανατολικής και της δυτικής πλευράς της. Ο δυτικός πυλώνας χαμηλότερα, έχει πολλές ενδιαφέρουσες γραμμές (κόψεις και πλάκες), αλλά οι δυο παράλληλες σχισμές του τραβάνε περισσότερο την προσοχή.
Το Κάτω Ψηλό προσφέρει κυρίως διαδρομές βράχου, παραδοσιακής ασφάλισης και αλπικού χαρακτήρα σε εύρος όψεων και κόψεων, δυσκολίας από III έως V+ και αναπτύγματος από 150μ. Λόγω του προσανατολισμού, αλλά και της προστατευμένης θέσης του, ενδείκνυται κυρίως για αναρρίχηση κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες, ενώ ο βράχος θωρείται κάπως σαθρός σε σχέση με το γειτονικό Πάνω Ψηλό.
Ανάμεσα στο Πάνω και το Κάτω Ψηλό, στο λούκι που τα χωρίζει, ακόμα και το καλοκαίρι, ρέει ρυάκι με νερό, το οποίο όταν αυξάνεται σε όγκο την άνοιξη που λιώνουν τα χιόνια, δημιουργεί τον εντυπωσιακό καταρράκτη Ανεμιστό ύψους 100μ. Το νερό αυτό, μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο στους αναρριχητές που θέλουν να σκαρφαλώσουν εκεί.
Στα διαζώματα των δυτικών Βαρδουσίων ζει και ένας πληθυσμός αγριόγιδων (rupicapra rupicapra ή chamois) τα οποία είναι μεν πανέμορφα και αξιοθαύμαστα, μπορεί όμως να προκαλέσουν ατυχήματα καθώς τρέχουν στα βράχια και ρίχνουν μικρές ή μεγάλες πέτρες.
Πρόσβαση
Για σκαρφάλωμα στο Κάτω Ψηλό το καταλληλότερο σημείο πρόσβασης είναι το χωριό Αρτοτίνα στα δυτικά, με την προσέγγιση να είναι εφικτή μέσω του μονοπατιού Ε4 ή χωματόδρομου.
Από την Αρτοτίνα προσεγγίζουμε είτε μέσω πεζοπορίας, απόστασης 10Χμ και διάρκειας 3ω, είτε μέσω χωματόδρομου και σύντομης πεζοπορίας σε δασωμένη ράχη διάρκειας 30λ, ώστε να φτάσουμε τελικά στο μεγάλο ξέφωτο στη θέση Κουφόλακα, το οποίο είναι ιδανικό για κατασκήνωση καθώς υπάρχει πηγή σε απόσταση 400μ βορειοανατολικά.
Η πρόσβαση στη βάση των διαδρομών από την Κουφόλακα, γίνεται αρχικά με κατεύθυνση βορειοανατολικά και μετά με εύκολο σκαρφάλωμα ανεβαίνουμε σε επικλινές διάζωμα, στο οποίο τραβερσάρουμε προς τα δεξιά, αρχικά σε πολύ στενό μονοπάτι, με αυξημένο κίνδυνο πτώσης.
Μετά την ανάβαση στην κύρια κορφή, η επιστροφή γίνεται με κατάβαση από λούκι στα βορειοδυτικά, ή από τη νότια κορυφογραμμή, ή από κάποιο άλλο λούκι, με χρήση ραπέλ όπου χρειαστεί.
Γενικά, το Πάνω και το Κάτω Ψηλό συνδέονται με το συγκρότημα Πλάκα - Πυραμίδα με αυχένες και οι αυχένες αυτοί συνδέονται μεταξύ τους με μονοπάτι στα ριζά της δυτικής ορθοπλαγιάς της Πλάκας. Επομένως, για την επιστροφή από τις κορφές αυτές, σε περίπτωση ανάγκης, μπορούμε να τραβερσάρουμε στη βάση της Πλάκας με νότια κατεύθυνση, μέχρι το διάσελο Πλάκα - Αλογόραχη, από όπου εύκολα κατεβαίνουμε στα Μουσουνιτσιώτικα Λιβάδια και τη Σκασμένη Στρούγκα. Χρησιμοποιώντας το ίδιο μονοπάτι, μπορούμε να τραβερσάρουμε κάτω από την βόρεια πλευρά της κύριας κορφής του Κάτω Ψηλού (όπου και το λούκι ανάβασης στην κορφή) και μετά με κατεύθυνση νότια να κατέβουμε στο επίπεδο του μεγάλου δυτικού διαζώματος όπου, με κατεύθυνση βόρεια, θα περάσουμε κάτω από το Πάνω Ψηλό για να κατέβουμε τελικά στην Κουφόλακα. Γενικά, για λόγους ασφαλείας, καλό είναι πριν την αναρρίχηση στα δυτικά Βαρδούσια να έχουμε αποκτήσει καλή γνώση των πεζοπορικών διαδρομών που τα διασχίζουν ώστε να μην κάνουμε λάθη στις επιστροφές μας. Στο τοπίο των δυτικών Βαρδουσιών, κατά τους χειμερινούς μήνες που είναι καλυμμένο με χιόνι, όλες οι προσβάσεις και οι επιστροφές αλλάζουν, ενώ εμφανίζονται επιπλέον κίνδυνοι, όπως για παράδειγμα η μεγάλη κλίση της τραβέρσας στη βάση της Πλάκας, όπου μια πτώση μπορεί να είναι μοιραία.
Αναρριχητική δράση
Το Κάτω Ψηλό σκαρφαλώθηκε για πρώτη φορά από τους Γ. Πετρόχειλο - Α. Πετροχείλου - T. Gibons κατά την επίσκεψη τους στα Βαρδούσια το 1936. Η ομορφιά του τοπίου και η εμπειρία της ανάβασης πρέπει να παρέμεινε στο νου του ζεύγους Γ. και Α. Πετροχείλου οι οποίοι επέστρεψαν το 1946 και διάνοιξαν μια ακόμη διαδρομή στην δυτική όψη.
Ίσως το Κάτω Ψηλό να προσφέρει κάτι το ρομαντικό καθώς το 1964 ακολούθησε η διάνοιξη δύο άγνωστων, αλλά μάλλον καθόλου ευκαταφρόνητων, διαδρομών από το ζεύγος Γ. και Κ. Μιχαηλίδη δυσκολίας III έως V+ και ύψους 150μ, στην βόρεια κόψη και ανατολική ορθοπλαγιά αντίστοιχα.
Το γενικό ενδιαφέρον για το Κάτω Ψηλό μειώθηκε στα επόμενα χρόνια με την ανάπτυξη των γειτονικών κορυφών και έτσι δεν προστέθηκε καμία διαδρομή μέχρι το 1986 όταν ο Τρ. Αδαμακόπουλος ολοκλήρωσε την πρώτη χειμερινή ανάβαση της κορυφής από την νότια κόψη.
Αν και κάποιοι αναρριχητές, όπως ο Γ. Θεοχαρόπουλος και οι Δ. Μαυρόπουλος - Δ. Αϊβαζίδης - Κ. Καζδαγλής, έχουν προσπαθήσει να διανοίξουν νέες γραμμές στο δυτικό πυλώνα, καμία επιτυχής προσπάθεια μετά το 1986 δεν είναι γνωστή.




